Την  πρώτη παρέλαση «μασκαράδων» στην  πόλη μας την είδα κλεισμένος στην καφετέρια, πίσω από ένα τζάμι. Ψύχρα, απαγορευτική για κάποιον σαν και μένα. Οι μανούλες όμως με τα μωρά τους δε λογάριασαν το κρύο. Περήφανες κι ωραίες περπάτησαν κι αυτές ντυμένες αποκριάτικα για το καλό του χρόνου. Οι άντρες λιγοστοί, έλαμψαν με την απουσία τους. Συνολικά ήμασταν και φέτος λιγουλάκι κάτω του αναμενόμενου. «Πειράζει; Όχι δεν πειράζει.»

Το βράδυ στην τιβί τα «μεγάλα» κανάλια (τρομάρα τους) έδειξαν για τις εορταστικές παρελάσεις απ’ όλες τις πόλεις της χώρας –η Πάτρα όμως έλαμψε δια της απουσίας της. Βλέπετε, οι διευθυντάδες λόγω προεκλογικού πνεύματος κάνουν ότι είναι δυνατόν να μην προβάλλουν την Πόλη που προτιμά δήμαρχο που δεν είναι της αρεσκείας των αφεντικών τους. Σε πείσμα τους όμως η πρωτεύουσα της Πελοποννήσου πλημμύρισε και πάλι από καρναβαλιστές –ξεπέρασε τον εαυτό της. Φυσικά, όλα δεν ήταν στην εντέλεια -όπως πάντα- κι αυτό το υπέρ-μεγέθυναν οι αντίπαλοι της παράταξης που κυβερνά, αντιπολιτευόμενοι όπως κι όπου μπορούν…

Βουτιά στο μακρινό χτες. Λένε ότι τότε όλα υπήρξαν «αγνά κι αθώα». Υπερβολές. Ναι, ήταν απλά λόγω μικρής ή μεγάλης ανέχειας. Ναι, όλα ήταν αυθόρμητα, γιατί η οικογένεια <και η τοπική Κοινωνία> δεν ήταν περίπλοκα δομημένη. Οι ιδιωτικές συνάξεις ήταν χαρούμενες, ξεχώριζαν απ’ τις άλλες μέρες, οι μεγάλοι έδιναν τον τόνο της Χαράς. Θυμάμαι τη μάνα μου, από το πουθενά, όταν τρώγαμε εμφανιζόταν ντυμένη με παλιόρουχα «άντρας» …και σκάγαμε «τρομαγμένοι» στα γέλια. Αξέχαστη σκηνή.

…Και τα βράδυα του Καρναβαλιού όλοι περπατούσαν πάνω – κάτω, στο «Μεγάλο Δρόμο», στο «νυφοπάζαρο» για μικρούς και μεγάλους. Οι περισσότεροι οικογενειακώς, φυσικά… Συνεσταλμένες οι κόρες. Η ματιά τη μάνας παραμόνευε και για την παραμικρότερη παρασπονδία τους. Έτρεμε το κουτσομπολιό. Και τα’ αγόρια; Ζούσαν με την ελπίδα ενός «βλέφαρου» από την υποτιθέμενη καλή τους.

…Μουσικές; Άγνωστο πράγμα το δρόμο. Μόνο τα βράδια στο σπίτι, άνοιγαν το ραδιόφωνο του ΕΙΡ… κι αν πετύχαιναν κάποια εκπομπή που να ταιριάζει στις μέρες είχε καλώς. Πάλι η μάνα άρχιζε να τραγουδά και τότε το χαμόγελό μας άνθιζε ανοιξιάτικα. Στις ταβέρνες, για τον αντρικό πληθυσμό, η ατμόσφαιρα διέφερε. Ο καλλίφωνος βοήθαγε στο κέφι, αν υπήρχε και καμιά κιθάρα ή μπουζούκι κρεμασμένο στον τοίχο τόσο το καλύτερο. Τα στόματα άνοιγαν με καλοσύνη και γλύκα συντροφική. Χρόνια δίσεκτα. Μόλις είχε τελειώσει ο Εμφύλιος για τους νικητές –για τους Άλλους έμενε η πίκρα, το κυνηγητό, η αγωνία για το αύριο.

…Γιατί να σας στενοχωρώ τέτοιες «άγιες μέρες»; Η μνήμη. Η χαρά και η λύπη των αναμνήσεων. Τα χρόνια κύλησαν, κάτι κάπως άλλαξε, δεν είχε εκραγεί η ασθένεια της δικτατορίας, εγώ παιδευόμουν «να αποκαταστηθώ» -ματαίως, με είχαν στο μάτι κάτι φίλοι άφιλοι, παρέμενα στη γενέτειρα με το «μήπως και γίνει κάτι» – ο Σπύρος με είχε αφήσει μόνο να βολοδέρνω. «Πάει αυτός», στα 54 του…

…Οι συντοπίτες είχαν στείλει τα παιδιά τους «για φροντιστήρια» στην Αθήνα. Άντεχαν να τα σπουδάσουν. Αλίμονο στα φτωχόπαιδα, έμειναν εργάτες, το καλύτερο υπάλληλοι σε μαγαζιά ή στο Δημόσιο. Η Γιορτή όμως στο «Μεγάλο Δρόμο» συνεχιζόταν πιο λεύτερα, πιο γελαστά… με κομφετί και σερπαντίνες, με πλαστικά σφυριά για χτύπημα στο σώμα του φίλου ή της… Και πιστολάκια που ανάβλυζαν νερωμένη κολόνια. Είχαν ανοίξει και 2-3 «κέντρα» μετά μουσικής ποικίλης… Χοροί. Άλλη εποχή.

Πέρασαν τα χρόνια. Η Χούντα παρέδωσε την Εξουσία και η ζωή συνεχίστηκε ομαλά, υποτίθεται. Πολλά άλλαξαν, προς το καλύτερο ή το χειρότερο. Στο τέλος ήρθαν τα Μνημόνια. Οι Νέες Τεχνολογίες. Τα δεσμά. Ξημερώνει; –