Στην κοινοπραξία Τοξότης – Ομάδα Κατασκευών, συμφερόντων του Χρήστου Καλογρίτσα, κατακυρώνεται με απόφαση του υπουργού υποδομών, Χρήστου Σπίρτζη, η εργολαβία για το πρώτο τμήμα του αυτοκινητόδρομου Πάτρα – Πύργος, από τα Δουναίικα έως τον Πύργο.
Ο υπουργός υποδομών υπέγραψε τη σχετική απόφαση μετά από την απόρριψη ένστασης που υπέβαλε ο δεύτερος μειοδότης, η κυπριακή εταιρεία Cyfield Development. Σύμφωνα με την ένσταση, η προσφορά των εταιρειών του Χρήστου Καλογρίτσα ήταν αθέμιτη διότι ήταν «υπερβολικά χαμηλή σε σχέση με την προϋπολογιζόμενη δαπάνη του έργου και μάλιστα κάτω του εκτιμώμενου κόστους κατασκευής του».
Ωστόσο, η Διεύθυνση Οδικών Υποδομών του υπουργείου υποδομών έκανε δεκτές τις εξηγήσεις που υπέβαλε η κοινοπραξία συμφερόντων Καλογρίτσα σχετικά με τις υψηλές εκπτώσεις, διαπιστώνοντας μεταξύ άλλων πως «η ενιστάμενη προσφέρει ποσοστά έκπτωσης παραπλήσια με τα αντίστοιχα ποσοστά έκπτωσης του μειοδότη».
Ο αρχικός προϋπολογισμός για την κατασκευή του τμήματος Δουναίικα – Πύργος, μήκους 8 χιλιομέτρων, ανήλθε σε 67,2 εκατομμύρια ευρώ, με τις εταιρείες του ομίλου Καλογρίτσα να προσφέρουν έκπτωση ύψους 53%.
Πλέον, μετά την ανάθεση του τμήματος στην κοινοπραξία συμφερόντων Καλογρίτσα, η συνολική δαπάνη του έργου μαζί με το ΦΠΑ ανέρχεται σε 32 εκατομμύρια ευρώ.
Να σημειωθεί ότι ο όμιλος, θα πρέπει να προσκομίσει εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα.
Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε πρόσφατα στη Βουλή ο Χρήστος Σπίρτζης, στην κοινοπραξία Τοξότης – Ομάδα Κατασκευών, αναμένεται να κατακυρωθεί και το τέταρτο τμήμα του αυτοκινητόδρομου Πάτρα – Πύργος, από την Κυλλήνη έως τη Βάρδα.
Ο υπουργός υποδομών υποστήριξε πως ο όμιλος Καλογρίτσα έχει αιτιολογήσει τις υψηλές εκπτώσεις που έχει προσφέρει, οι οποίες υπερβαίνουν το 50%, για το τέταρτο τμήμα.
Παρά τους ισχυρισμούς του υπουργού, ο οποίος είχε εκτιμήσει πως τα έργα στον αυτοκινητόδρομο θα είχαν ξεκινήσει το φθινόπωρο του 2018, αυτό δεν αναμένεται να συμβεί έως το τέλος του έτους. Είναι ενδεικτικό πως τέσσερις φορές η αναθέτουσα αρχή έχει ζητήσει από τους συμμετέχοντες να παρατείνουν τις οικονομικές τους προσφορές και κατ’ επέκταση τις εγγυητικές επιστολές συμμετοχής.