ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟΝ  ΛΕΞΙΚΟΝ
 
Βαλίτσα: Ταξιδιωτικός σάκος για τη μεταφορά ατομικών ειδών: ρούχα λευκά ή κατά προτίμηση μαύρα, καλλυντικά, άπλυτα και ξεπλυμένα.
 
Συνώνυμα: χειραποσκευή, μαύρη σακούλα, χαρτοκούτι αποθήκευσης συνθετικών εσωρούχων παιδιών προσχολικής ηλικίας.
 
Αντίθετα: Στην ψάθα, κοιτάχτε έναν μ….α!